ἑρμηνεύω

ἑρμην-εύω, [dialect] Dor. [full] ἑρμᾱνεύω SIG1168.88 (Epid.),
A interpret foreign tongues, X.An.5.4.4; translate, D.H.Th.49, etc.;

ἀπὸ Πωμαϊκῶν PRyl.62.30

(iii A. D.):—[voice] Pass.,

Ἑλληνιστί D.H.2.12

, cf. LXXJb.42.17, etc.
II explain, expound, S.OC398, E.Fr.636.5, etc.;

ὑμῖν ταῦτα Antipho 3.2.1

;

ὅ τι λέγει Philyll.11

;

τὰ τῶν ποιητῶν Pl.Ion535a

:—[voice] Med., Id.Epin.985b:— [voice] Pass., Arist.SE166b11.
2 put into words, express, Th.2.60, Pl. Lg.966b, etc.;

τι διά τινος Hermog.Id.2.5

;

τι πεζῶς Id.Meth.30

:— [voice] Pass., D.H.Comp.25.
3 describe, write about,

τὸν Νεῖλον Demetr. Eloc.121

.
III abs., speak clearly, articulate, Hp.Epid.5.74.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑρμηνεύω — interpret pres subj act 1st sg ἑρμηνεύω interpret pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερμηνεύω — ερμηνεύω, ερμήνευσα βλ. πίν. 19 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ερμηνεύω — (AM ἑρμηνεύω, Α δωρ. τ. έρμανεύω) [ερμηνεύς] 1. διασαφηνίζω, εξηγῶ, αναπτύσσω κάτι κατά τρόπο σαφή και κατανοητό 2. (για έργα τέχνης) κατανοώ βαθιά ή εκτελώ με επιτυχία θεατρικό ή μουσικό έργο 3. μεταγλωττίζω από μια γλώσσα σε άλλη 4. (νομ.)… …   Dictionary of Greek

  • ερμηνεύω — [эрминэво] ρ. толковать, исголклвываггь …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ερμηνεύω — ερμήνεψα, ερμηνεύτηκα, ερμηνευμένος 1. εξηγώ, κάνω κάτι κατανοητό: Το δικαστήριο έτσι ερμήνεψε το νόμο. 2. εξηγώ λέξη ή κείμενο, μεταφράζω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑρμηνεύετε — ἑρμηνεύω interpret pres imperat act 2nd pl ἑρμηνεύω interpret pres ind act 2nd pl ἑρμηνεύω interpret imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνεύσουσι — ἑρμηνεύω interpret aor subj act 3rd pl (epic) ἑρμηνεύω interpret fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἑρμηνεύω interpret fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνεύσουσιν — ἑρμηνεύω interpret aor subj act 3rd pl (epic) ἑρμηνεύω interpret fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἑρμηνεύω interpret fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνεύσω — ἑρμηνεύω interpret aor subj act 1st sg ἑρμηνεύω interpret fut ind act 1st sg ἑρμηνεύω interpret aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνεύῃ — ἑρμηνεύω interpret pres subj mp 2nd sg ἑρμηνεύω interpret pres ind mp 2nd sg ἑρμηνεύω interpret pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡρμηνευμένα — ἑρμηνεύω interpret perf part mp neut nom/voc/acc pl ἡρμηνευμένᾱ , ἑρμηνεύω interpret perf part mp fem nom/voc/acc dual ἡρμηνευμένᾱ , ἑρμηνεύω interpret perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.